θυσία
η, ουσ.
- αιματηρή ή αναίμακτη προσφορά προς κάποια παγανιστική θεότητα
- (μτφ.) εθελούσια προσφορά που συνοδεύεται από προσωπικές υλικές στερήσεις και πνευματικές ανησυχίες, ίσως, και από ηθικές παραχωρήσεις.
Ετυμολογία
< αρχ. θυσία < θύω [= θυσιάζω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «θυσία», σ. 360. https://navalhistory.gr/lexiko/θυσια/