θραύω
ρ. [μετβ]
- σπάζω, κομματιάζω, συντρίβω, συνθλίβω
- (μτφ.) εξουδετερώνω.
Ετυμολογία
< αρχ. θραύω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «θραύω», σ. 359. https://navalhistory.gr/lexiko/θραυω/