navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Θ › θραύω

θραύω

ρ. [μετβ]

  1. σπάζω, κομματιάζω, συντρίβω, συνθλίβω
  2. (μτφ.) εξουδετερώνω.

Ετυμολογία

< αρχ. θραύω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «θραύω», σ. 359. https://navalhistory.gr/lexiko/θραυω/