θητεία
η, ουσ.
- η προσωπική υπηρεσία, σε κάποιο από τα σώματα των ενόπλων δυνάμεων ή σε οποιαδήποτε άλλο δημόσιο τομέα, για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, το στρατιωτικό
- το χρονικό διάστημα της παραπάνω υπηρεσίας.
Ετυμολογία
< αρχ. θητεία [= μισθωτή υπηρεσία].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «θητεία», σ. 358. https://navalhistory.gr/lexiko/θητεια/