navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Θ › θέση

θέση

η, ουσ.

  1. ο τόπος στον οποίο βάζουμε κάτι, το μέρος, ο χώρος
  2. το ατομικό κάθισμα σε μέσα συγκοινωνίας, θέατρα, γήπεδα κ.λπ.
  3. κατηγορία χώρου ή τύπου καθίσματος, σε πλοία, σιδηροδρόμους, αεροπλάνα κ.ά. μέσα, που κατοχυρώνει το δικαίωμα στον επιβάτη για ανάλογη ποιότητα προσφοράς υπηρεσιών
  4. αντίληψη, άποψη, γνώμη για κάποιο ζήτημα
  5. η κατάσταση στην οποία βρίσκεται κάποιος
  6. η δυνατότητα εξυπηρέτησης που δύναται να έχει κάποιος
  7. η ιεραρχική τοποθέτηση υπάλληλου σε υπηρεσία ή επιχείρηση
  8. (φρ.) «θέση βολής / μάχης / κυβερνήτη πλοίου / μηχανικού πλοίου / (εκ)φορτώσεως / πλευρίσεως πλοίου / πυροβολητή / παρατηρητή / οχυρωμένη», «πρώτη / δεύτερη / τρίτη / οικονομικό σαλόνι - κατάστρωμα / κατάστρωμα / αεροπορικού τύπου».

Ετυμολογία

< αρχ. θέ(σις) -ση.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «θέση», σ. 356. https://navalhistory.gr/lexiko/θεση/