θέση
η, ουσ.
- ο τόπος στον οποίο βάζουμε κάτι, το μέρος, ο χώρος
- το ατομικό κάθισμα σε μέσα συγκοινωνίας, θέατρα, γήπεδα κ.λπ.
- κατηγορία χώρου ή τύπου καθίσματος, σε πλοία, σιδηροδρόμους, αεροπλάνα κ.ά. μέσα, που κατοχυρώνει το δικαίωμα στον επιβάτη για ανάλογη ποιότητα προσφοράς υπηρεσιών
- αντίληψη, άποψη, γνώμη για κάποιο ζήτημα
- η κατάσταση στην οποία βρίσκεται κάποιος
- η δυνατότητα εξυπηρέτησης που δύναται να έχει κάποιος
- η ιεραρχική τοποθέτηση υπάλληλου σε υπηρεσία ή επιχείρηση
- (φρ.) «θέση βολής / μάχης / κυβερνήτη πλοίου / μηχανικού πλοίου / (εκ)φορτώσεως / πλευρίσεως πλοίου / πυροβολητή / παρατηρητή / οχυρωμένη», «πρώτη / δεύτερη / τρίτη / οικονομικό σαλόνι - κατάστρωμα / κατάστρωμα / αεροπορικού τύπου».
Ετυμολογία
< αρχ. θέ(σις) -ση.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «θέση», σ. 356. https://navalhistory.gr/lexiko/θεση/