θερμο-
πρώτο συνθετικό πολλών επιστημονικών όρων που δηλώνει ότι το δεύτερο συνθετικό σχετίζεται με τη θερμότητα π.χ.: θερμικός, -ή, -ό, θερμιοντικός, -ή, -ό, θερμιονικός, -ή, -ό, θερμογόνος, -ο, θερμοδυναμική, θερμοηλεκτρισμός, θερμοθεραπεία, θερμομαγνητισμός, θερμομετρία,, θερμομετρικός, θερμομηχανικός, θερμοπεριοδισμός, θερμοπομπός, θερμοσίφωνας, θερμοσκόπιο, θερμοσκοπικός, -ή, -ό, θερμοστάτης, θερμοτροπισμός, θερμόφιλος, θερμοφοβία, θερμοχημεία.
Ετυμολογία
< επίθ. θερμός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «θερμο-», σ. 354. https://navalhistory.gr/lexiko/θερμο/