θερμοδυναμικός
-ή, -ό, επίθ.
αυτός που έχει σχέση με τη θερμοδυναμική [δες λ.], ή που αναφέρεται σ’ αυτήν, (φρ.) «θερμοδυναμικά φαινόμενα», «θερμοδυναμικό σύστημα / αξίωμα».
Ετυμολογία
< διεθ. όρος: αγγλ. thermo- [= θερμο-] + dynamics [= δυναμικός] ή γαλλ. thermodynamique.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «θερμοδυναμικός», σ. 355. https://navalhistory.gr/lexiko/θερμοδυναμικοσ/