θερινός
-ή, -ό, επίθ.
- αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην εποχή του καλοκαιριού, καλοκαιρινός, καλοκαιριάτικος
- αυτός που είναι κατάλληλος για το καλοκαίρι
- (φρ.) «θερινό ηλιοστάσιο», «θερινή ώρα / στολή», «θερινός κινηματογράφος», (λογοτ.) «Όνειρο θερινής νυκτός», έργο του Ουίλιαμ Σαίξπηρ.
Ετυμολογία
< αρχ. θερινός.
Επιρρήματα
θερινά [επίρρ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «θερινός», σ. 353. https://navalhistory.gr/lexiko/θερινοσ/