navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Θ › θερινός

θερινός

-ή, -ό, επίθ.

  1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην εποχή του καλοκαιριού, καλοκαιρινός, καλοκαιριάτικος
  2. αυτός που είναι κατάλληλος για το καλοκαίρι
  3. (φρ.) «θερινό ηλιοστάσιο», «θερινή ώρα / στολή», «θερινός κινηματογράφος», (λογοτ.) «Όνειρο θερινής νυκτός», έργο του Ουίλιαμ Σαίξπηρ.

Ετυμολογία

< αρχ. θερινός.

Επιρρήματα

θερινά [επίρρ.].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «θερινός», σ. 353. https://navalhistory.gr/lexiko/θερινοσ/