θαλασσώνω
ρ. [μετβ.]
[μόνο στη φρ. «τα θαλασσώνω»] δηλ. τα κάνω θάλασσα: α) χάνω το λογικό ειρμό της σκέψης μου με αποτέλεσμα να κάνω σφάλματα, β) αποτυχαίνω τελείως.
Ετυμολογία
< θάλασσ(α) + -ώνω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «θαλασσώνω», σ. 351. https://navalhistory.gr/lexiko/θαλασσωνω/