θαλασσοβρέχομαι
ρ. [αμετβ.]
βρέχομαι από θαλασσινό νερό.
Ετυμολογία
< θάλασσ(α) -ο- + βρέχομαι.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «θαλασσοβρέχομαι», σ. 348. https://navalhistory.gr/lexiko/θαλασσοβρεχομαι/