navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Θ › θαλασσίλα

θαλασσίλα

η, ουσ. [χωρίς πληθ.]

  1. η μυρωδιά του θαλασσινού νερού
  2. η ιδιαίτερη αλμυρή γεύση του θαλασσινού νερού.

Ετυμολογία

< θάλασσ(α) + -ίλα.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «θαλασσίλα», σ. 347. https://navalhistory.gr/lexiko/θαλασσιλα/