θαλασσένιος
-α, -ο, επίθ.
- δες θαλασσής
- δες θαλασσινός.
Ετυμολογία
< θάλασσ(α) + -ένιος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «θαλασσένιος», σ. 347. https://navalhistory.gr/lexiko/θαλασσενιοσ/