Η, η, ήτα
το, άκλ. ουσ.
α) το έβδομο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου, φωνήεν, β) [ως αριθμητικό σύμβολο χωρίς κανένα διακριτικό σημάδι, κατά παράδοση ή καταχρηστικά] Η ή η [= έβδομος, -η, -ο,].
Ετυμολογία
< αρχ. ἦτα < σημιτ. προέλευσης, εβρ. hêth [= φραγμός].
Παράγωγα
ητακισμός [= ανάγνωση και προφορά του η σαν ε], ητακιστής, ητακιστικός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «Η, η, ήτα», σ. 332. https://navalhistory.gr/lexiko/η-η-ητα/