ηχομετρία
η, ουσ. [χωρίς πληθ.]
η μέτρηση της έντασης κι άλλων παραμέτρων των ήχων με χρήση ειδικών μηχανημάτων.
Ετυμολογία
< μτφρδ. από τη γαλλ. sonométrie.
Παράγωγα
ηχομετρικός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ηχομετρία», σ. 343. https://navalhistory.gr/lexiko/ηχομετρια/