navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Η › ηχοβολίζω

ηχοβολίζω

ρ. [μετβ.]

υπολογίζω το βάθος του θαλάσσιου πυθμένα ή της απόστασης αεριωθουμένου από τη επιφάνεια της γης εκπέμποντας ηχητικά κύματα.

Ετυμολογία

< ήχο(ς) + -ο- + βολή + -ίζω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ηχοβολίζω», σ. 343. https://navalhistory.gr/lexiko/ηχοβολιζω/