ηπειρωτικότητα
η, ουσ. [χωρίς πληθ.]
ο κλιματολογικός βαθμός ενός τόπου φανερώνει, με βάση τη θέση της περιοχής στον ηπειρωτικό τομέα, κατά πόσο επηρεάζεται, λιγότερο ή περισσότερο, από την απόστασή της από την θάλασσα και τις ευεργετικές της επιδράσεις.
Ετυμολογία
< ηπειρωτικ(ός) + [μσν. επίθημα] -ότητα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ηπειρωτικότητα», σ. 342. https://navalhistory.gr/lexiko/ηπειρωτικοτητα/