ημιαυτόματος
-η, -ο, και ημιαυτοματικός, - ή, -ό, επίθ.
(για μηχανήματα) αυτός που δε λειτουργεί τελείως αυτόματα, αλλά χρειάζεται και κάποια εξωτερική ενίσχυση.
Ετυμολογία
< αρχ. ἡμί [= μισός] + αυτόματος, μτφρδ. από τη γαλλ. semiautomatique.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ημιαυτόματος», σ. 340. https://navalhistory.gr/lexiko/ημιαυτοματοσ/