ηλεκτροστατικός
-ή, -ό, επίθ.
(φυσ.)
- αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον στατικό ηλεκτρισμό και στα φαινόμενά του
- αυτός που ακολουθεί τους νόμους της ηλεκτροστατικής
- που παράγει στατικό ηλεκτρισμό.
Ετυμολογία
δες ετυμ. ηλεκτροστατική.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ηλεκτροστατικός», σ. 336. https://navalhistory.gr/lexiko/ηλεκτροστατικοσ/