ηλεκτροπληξία
η, ουσ.
έντονος κλονισμός του νευρικού συστήματος, συνήθως θανατηφόρος, που προκαλείται από τη διοχέτευση ηλεκτρικού ρεύματος σ’ έναν έμβιο οργανισμό.
Ετυμολογία
< αρχ. ἤλεκτρον [δες λ.] + [αρχ.] πλῆξ(ις) [= χτύπημα] -ία, μτφρδ. από την αγγλ. electric shock ή electroshock.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ηλεκτροπληξία», σ. 336. https://navalhistory.gr/lexiko/ηλεκτροπληξια/