ηλεκτρομηχανικός
ο/η, ουσ.
(επάγγ.) ηλεκτρολόγος μηχανολόγος, ο ειδικός στην σχεδίαση, κατασκευή και συντήρηση ηλεκτρομηχανικών συσκευών.
Ετυμολογία
< ηλεκτρο- + μηχανικός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ηλεκτρομηχανικός», σ. 335. https://navalhistory.gr/lexiko/ηλεκτρομηχανικοσ/