ηλεκτρομεταλλουργία
η, ουσ. [χωρίς πληθ.]
επιστημονικός και τεχνικός κλάδος της μεταλλουργίας που μελετά την εκμετάλλευση τών θερμικών και ηλεκτρολυτικών ιδιοτήτων του ηλεκτρισμού για την παραγωγή και τον εξευγενισμό των μεταλλευμάτων, μετάλλων, κραμάτων κ.ά.
Ετυμολογία
< αγγλ. electrometallurgy < electro- (δες λ ηλεκτρο-) + metallurgy [μέταλλο + έργο].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ηλεκτρομεταλλουργία», σ. 335. https://navalhistory.gr/lexiko/ηλεκτρομεταλλουργια/