navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Η › ηλεκτρολύτης

ηλεκτρολύτης

ο, ουσ.

(φυσ.) κάθε χημική ένωση που διασπάται στα στοιχεία της με τη βοήθεια του ηλεκτρικού ρεύματος

Ετυμολογία

< διεθ. όρ. αγγλ. electrolyte < electro- [= ηλεκτρο-] + -lyte < αρχ. λῠτός, -ή, -όν (< λύω) [= αυτός τον οποίο μπορεί να λύσει κάποιος, να ανατρέψει].

Παράγωγα

ηλεκτρολυτικός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ηλεκτρολύτης», σ. 335. https://navalhistory.gr/lexiko/ηλεκτρολυτησ/