navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Η › ηλεκτρόδιο

ηλεκτρόδιο

το, ουσ.

  1. αγωγός διοχέτευσης ηλεκτρικού ρεύματος σε ηλεκτρολύτες ή αέρια
  2. αγωγός σύνδεσης του ανθρώπινου σώματος με ηλεκτρικές συσκευές για θεραπευτικούς λόγους.

Ετυμολογία

< αγγλ. electrode < αρχ. ἤλεκτρον [= κεχριμπάρι] + ὁδός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ηλεκτρόδιο», σ. 334. https://navalhistory.gr/lexiko/ηλεκτροδιο/