ηλεκτρόδιο
το, ουσ.
- αγωγός διοχέτευσης ηλεκτρικού ρεύματος σε ηλεκτρολύτες ή αέρια
- αγωγός σύνδεσης του ανθρώπινου σώματος με ηλεκτρικές συσκευές για θεραπευτικούς λόγους.
Ετυμολογία
< αγγλ. electrode < αρχ. ἤλεκτρον [= κεχριμπάρι] + ὁδός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ηλεκτρόδιο», σ. 334. https://navalhistory.gr/lexiko/ηλεκτροδιο/