ζώδιο
το, ουσ.

- (αστρολ.) καθένας από τους 12 αστερισμούς του ζωδιακού κύκλου
- (συνεκδ.) το σύμβολο καθενός από τους παραπάνω αστερισμούς
- αυτό που κατά μία αντίληψη καθορίζει την ανθρώπινη μοίρα.
Ετυμολογία
< αρχ. ζῴδιον, υποκορ. του ζῷον.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ζώδιο», σ. 330. https://navalhistory.gr/lexiko/ζωδιο/