navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ζ › ζυγιστής

ζυγιστής

ο, ουσ.

  1. αυτός που ζυγίζει
  2. τελωνειακός, συνήθως, υπάλληλος επιφορτισμένος με τη ζύγιση εμπορευμάτων, συνών. ζυγιαστής, σταθμιστής.

Ετυμολογία

< ζυγισ- (< ζυγίζω) + -της.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ζυγιστής», σ. 329. https://navalhistory.gr/lexiko/ζυγιστησ/