ζητωκραυγάζω
ρ. [μετβ.]
φωνάζω, επευφημώ κάποιον, αντών. αποδοκιμάζω, γιουχαΐζω.
Ετυμολογία
< ζητωκραυγ(ή) + -άζω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ζητωκραυγάζω», σ. 327. https://navalhistory.gr/lexiko/ζητωκραυγαζω/