navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ζ › ζεύγος

ζεύγος

το, ουσ.

  1. ζευγάρι ζώων που οργώνουν ή σέρνουν μια άμαξα
  2. η άμαξα που σύρεται από δύο ζώα
  3. δύο άτομα που συμβιώνουν, το ζευγάρι, το συζυγικό ή ερωτικό ζεύγος
  4. συνδυασμός δύο στοιχείων
  5. δύο όμοια ή συμμετρικά πράγματα που χρησιμοποιούνται μαζί
  6. (φρ.) «ζεύγος δυνάμεων», σύστημα δύο δυνάμεων που επενεργούν σε στερεό σώμα και οι οποίες είναι ίσες σε απόλυτες τιμές, παράλληλες μεταξύ τους και έχουν αντίθετη φορά, «ηλεκτροπαραγωγά ζεύγη», «ζεύγος τροχών / ευστάθειας / ιστών / οδοντωτών τροχών τριβής».

Ετυμολογία

< αρχ. ζεῦγος < ζεύγνυμι.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ζεύγος», σ. 326. https://navalhistory.gr/lexiko/ζευγοσ/