ζεύγος
το, ουσ.
- ζευγάρι ζώων που οργώνουν ή σέρνουν μια άμαξα
- η άμαξα που σύρεται από δύο ζώα
- δύο άτομα που συμβιώνουν, το ζευγάρι, το συζυγικό ή ερωτικό ζεύγος
- συνδυασμός δύο στοιχείων
- δύο όμοια ή συμμετρικά πράγματα που χρησιμοποιούνται μαζί
- (φρ.) «ζεύγος δυνάμεων», σύστημα δύο δυνάμεων που επενεργούν σε στερεό σώμα και οι οποίες είναι ίσες σε απόλυτες τιμές, παράλληλες μεταξύ τους και έχουν αντίθετη φορά, «ηλεκτροπαραγωγά ζεύγη», «ζεύγος τροχών / ευστάθειας / ιστών / οδοντωτών τροχών τριβής».
Ετυμολογία
< αρχ. ζεῦγος < ζεύγνυμι.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ζεύγος», σ. 326. https://navalhistory.gr/lexiko/ζευγοσ/