εφορμώ
ρ. [αμετβ.]
- ορμώ εναντίον κάποιου αντιπάλου
- (για πλοία) είμαι αγκυροβολημένος, προσορμισμένος, συνών. ναυλοχώ.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐφορμάω, -ῶ.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εφορμώ», σ. 322. https://navalhistory.gr/lexiko/εφορμω/