navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › εφορμώ

εφορμώ

ρ. [αμετβ.]

  1. ορμώ εναντίον κάποιου αντιπάλου
  2. (για πλοία) είμαι αγκυροβολημένος, προσορμισμένος, συνών. ναυλοχώ.

Ετυμολογία

< αρχ. ἐφορμάω, -ῶ.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εφορμώ», σ. 322. https://navalhistory.gr/lexiko/εφορμω/