εφαρμοστήριο
το, ουσ.
εργαστήριο τεχνολογίας μηχανολογικών κατασκευών ή μηχανουργείο στο οποίο τα διαμορφωμένα, συνήθως εξωτερικά, μεταλλικά κομμάτια προσαρμόζονται στο αυτοκίνητο, φαναρτζίδικο.
Ετυμολογία
< εφαρμ(όζω) -σ- + -τήριο.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εφαρμοστήριο», σ. 320. https://navalhistory.gr/lexiko/εφαρμοστηριο/