navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › εύφλεκτος

εύφλεκτος

-η, -ο, επίθ.

  1. αυτός που παίρνει εύκολα φωτιά, αντών. άφλεκτος, (φρ.) «εύφλεκτο αέριο / φορτίο»,
  2. (μτφ.) περιοχή στην οποία υπάρχει ο κίνδυνος αιφνίδιας ένοπλης σύγκρουσης.

Ετυμολογία

< αρχ. εὔ-φλεκτος, -ον, < φλέγω [= παίρνω φωτιά].

Παράγωγα

ευφλεκτότητα.

Επιρρήματα

εύφλεκτα [επίρρ.].

Αντώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εύφλεκτος», σ. 319. https://navalhistory.gr/lexiko/ευφλεκτοσ/