εύφλεκτος
-η, -ο, επίθ.
- αυτός που παίρνει εύκολα φωτιά, αντών. άφλεκτος, (φρ.) «εύφλεκτο αέριο / φορτίο»,
- (μτφ.) περιοχή στην οποία υπάρχει ο κίνδυνος αιφνίδιας ένοπλης σύγκρουσης.
Ετυμολογία
< αρχ. εὔ-φλεκτος, -ον, < φλέγω [= παίρνω φωτιά].
Παράγωγα
ευφλεκτότητα.
Επιρρήματα
εύφλεκτα [επίρρ.].
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εύφλεκτος», σ. 319. https://navalhistory.gr/lexiko/ευφλεκτοσ/