ευρύστομος
-η, -ο, επίθ.
- αυτός που έχει πλατύ στόμα ή στόμιο, (φρ.) «ευρύστομο πηγάδι»,
- (μτφ.) ο φλύαρος, αντών. στενόστομος.
Ετυμολογία
< ευρύ(ς) + στόμα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ευρύστομος», σ. 318. https://navalhistory.gr/lexiko/ευρυστομοσ/