navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › ευπλόκαμος

ευπλόκαμος

-η, -ο, επίθ.

  1. αυτός που έχει ωραία κόμη, που έχει ωραίες μπούκλες, όμορφες κοτσίδες, που έχει ωραία μαλλιά, συνών. καλλιπλόκαμος, καλλίκομος, καλοχτένιστος, (φρ.) «ευπλόκαμη κοπέλα»,
  2. (ζωολ. το αρσ. ως ουσ.) ο ευπλόκαμος, γένος πτηνών της οικογένειας των φασιανιδών
  3. α) [για χταπόδι] αυτό που έχει ωραία πλοκάμια, β) [αρχ.] (μτφ. για θάλασσα ή λίμνη) ωραία.

Ετυμολογία

< αρχ. εὐ-πλόκαμος < εὖ- [επίρρ.] + πλόκαμος, δηλ. το πλοκάμι του χταποδιού.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ευπλόκαμος», σ. 317. https://navalhistory.gr/lexiko/ευπλοκαμοσ/