ευπλόκαμος
-η, -ο, επίθ.
- αυτός που έχει ωραία κόμη, που έχει ωραίες μπούκλες, όμορφες κοτσίδες, που έχει ωραία μαλλιά, συνών. καλλιπλόκαμος, καλλίκομος, καλοχτένιστος, (φρ.) «ευπλόκαμη κοπέλα»,
- (ζωολ. το αρσ. ως ουσ.) ο ευπλόκαμος, γένος πτηνών της οικογένειας των φασιανιδών
- α) [για χταπόδι] αυτό που έχει ωραία πλοκάμια, β) [αρχ.] (μτφ. για θάλασσα ή λίμνη) ωραία.
Ετυμολογία
< αρχ. εὐ-πλόκαμος < εὖ- [επίρρ.] + πλόκαμος, δηλ. το πλοκάμι του χταποδιού.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ευπλόκαμος», σ. 317. https://navalhistory.gr/lexiko/ευπλοκαμοσ/