navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › ευδιάζω

ευδιάζω

ρ. [αμετβ.]

(για καιρικές συνθήκες) γίνομαι αίθριος, γαλήνιος, καλοκαιριάζω, [συνήθως στο γ΄ πρόσ.] ευδιάζει, (για τον καιρό) βελτιώνεται, αιθριάζει.

Ετυμολογία

< αρχ. εὐδιάζομαι < αρχ. εὐδία [δες λ.].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ευδιάζω», σ. 313. https://navalhistory.gr/lexiko/ευδιαζω/