ετερόκοιλος
-η, -ο, επίθ.
αυτός που είναι κοίλος από τη μία πλευρά μόνο.
Ετυμολογία
< έτερος + κοίλος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ετερόκοιλος», σ. 312. https://navalhistory.gr/lexiko/ετεροκοιλοσ/