εταίρος
ο, ουσ.
αυτός που είναι μέλος της εταιρείας ή κάποιας ένωσης ή οργάνωσης.
Ετυμολογία
< αρχ. ἑταῖρος [= σύντροφος, πολιτικός σύμμαχος, οπαδός].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εταίρος», σ. 312. https://navalhistory.gr/lexiko/εταιροσ/