navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › ερυθρός

ερυθρός

-ά, -ό, επίθ.

  1. αυτός που έχει κόκκινο χρώμα
  2. [ως ουσ.] το ερυθρό, α) το κόκκινο χρώμα, β) [πληθ.] οι ερυθροί, οι Σοβιετικοί πολίτες και γενικότερα οι κομμουνιστές.

Ετυμολογία

< αρχ. ἐρυθρός.

Παράγωγα

ερυθρώ, ερυθρίνος, ερυθραίος.

Σύνθετα

ερυθροσταυρίτης

Επιρρήματα

ερυθρά [επίρρ.].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ερυθρός», σ. 310. https://navalhistory.gr/lexiko/ερυθροσ/