ερημόνησος
η, και ερημονήσι και ερημόνησο, το, ουσ.
νησί που δεν κατοικείται.
Ετυμολογία
< έρημο(ς) + νήσος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ερημόνησος», σ. 308. https://navalhistory.gr/lexiko/ερημονησοσ/