navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › εποικίζω

εποικίζω

ρ. [μετβ.]

  1. εγκαθιστώ νέους κατοίκους σε τόπο που, συνήθως, είναι αραιοκατοικημένος
  2. εγκαθιστώ πρόσφυγες ή ακτήμονες σε περιοχές με σκοπό την αναβάθμισή τους.

Ετυμολογία

< αρχ. ἐποικίζω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εποικίζω», σ. 303. https://navalhistory.gr/lexiko/εποικιζω/