επιψευδαργύρωση
η, ουσ.
(μεταλλ.) η επικάλυψη μεταλλικής επιφάνειας με στρώμα ψευδαργύρου για να αποφευχθεί το σκούριασμα, συνών. γαλβανισμός.
Ετυμολογία
< επι- + ψευδαργύρωση.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επιψευδαργύρωση», σ. 303. https://navalhistory.gr/lexiko/επιψευδαργυρωση/