επιχρίω
ρ. [μετβ.]
επαλείφω επιφάνεια με ρευστή ουσία, (ειδικότ.) [για οικοδομές] σοβαντίζω, χρωματίζω.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐπιχρίω [= 1. επαλείφω, 2. επιθέτω, βάζω].
Παράγωγα
επίχρισμα, επίχριση, επιχρίστης.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επιχρίω», σ. 302. https://navalhistory.gr/lexiko/επιχριω/