επιχάλκωση
η, ουσ.
- από το 1858
(μεταλλ.) η επικάλυψη επιφάνειας: α) συνήθως μεταλλικής, με χαλκό που γίνεται με τη μέθοδο της ηλεκτρόλυσης, συνών. μπακίρωμα, γαλβάνισμα, β) αλλά και γύψινης, που υλοποιείται με φύλλο χαλκού, αλλιώς επιχάλκωμα.
Ετυμολογία
< επιχαλκώνω, η λ. μαρτυρείται από το 1858 στο Ονοματολόγιον Ναυτικόν.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επιχάλκωση», σ. 301. https://navalhistory.gr/lexiko/επιχαλκωση/