επιφυλακή
η, ουσ.
κατάσταση ετοιμότητας και εγρήγορσης, στην οποία βρίσκονται οι στρατιωτικές δυνάμεις της χώρας ίσως η αστυνομία και η πολιτοφυλακή, προκειμένου ν’ αντιμετωπίσουν εχθρικές επιδιώξεις.
Ετυμολογία
< μτγν. ἐπιφύλαξ + -ή < αρχ. ἐπιφυλάσσω < ἐπί + φυλάσσω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επιφυλακή», σ. 301. https://navalhistory.gr/lexiko/επιφυλακη/