navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › επιφορτίζω

επιφορτίζω

ρ. [μετβ.]

  1. προσθέτω βάρος
  2. (μτφ.) επιβαρύνω με έξοδα
  3. (μτφ.) αναθέτω φροντίδα σε κάποιον.

Ετυμολογία

< μτγν. ἐπιφορτίζω [= παραφορτώνω], σημδ. από τη γαλλ. charger ή την ιταλ. incaricare.

Παράγωγα

επιφόρτιση, επιφορτισμός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επιφορτίζω», σ. 301. https://navalhistory.gr/lexiko/επιφορτιζω/