επιφορτίζω
ρ. [μετβ.]
- προσθέτω βάρος
- (μτφ.) επιβαρύνω με έξοδα
- (μτφ.) αναθέτω φροντίδα σε κάποιον.
Ετυμολογία
< μτγν. ἐπιφορτίζω [= παραφορτώνω], σημδ. από τη γαλλ. charger ή την ιταλ. incaricare.
Παράγωγα
επιφόρτιση, επιφορτισμός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επιφορτίζω», σ. 301. https://navalhistory.gr/lexiko/επιφορτιζω/