επίτιμος
-η, -ο, επίθ.
1. αυτός/-ή που φέρει τιμητικό τίτλο, χωρίς όμως να έχει την υποχρέωση να ασκεί τα καθήκοντα ή τις υποχρεώσεις που εκπορεύονται από την χρήση του τίτλου, (φρ.) «επίτιμος πρόεδρος / καθηγητής / διδάκτωρ / δημότης / αρχηγός κόμματος / πρόξενος – honorary consul / πρέσβης».
Ετυμολογία
< αρχ. ἐπί- + -τιμος < τιμή.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επίτιμος», σ. 300. https://navalhistory.gr/lexiko/επιτιμοσ/