επιστρατεύω
ρ. [μετβ.]
- καλώ στον στρατό επιστράτους, δηλ. πολίτες που έχουν ήδη απολυθεί αλλά εντάσσονται στις στρατεύσιμες ηλικίες και παραμένουν ετοιμοπόλεμοι σε ώρα ανάγκης, αντών. αποστρατεύω
- (μτφ.) κινητοποιώ κάποιον/-ους για την πραγματοποίηση δράσης/-εων
- (πολιτ.) αναγκάζω [με υπουργική απόφαση] εργαζομένους σε οργανισμούς κοινής ωφελείας ή δημόσιους υπαλλήλους σε διάφορες υπηρεσίες, οι οποίοι απεργούν, να αναλάβουν και πάλι υπηρεσία, ώστε να εξυπηρετείται το κοινό.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐπι-στρατεύω, [= εκστρατεύω εναντίον κάποιου/-ων, διεξάγω πόλεμο].
Παράγωγα
επιστράτευση, επιστρατευτικός, επίστρατος.
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επιστρατεύω», σ. 297. https://navalhistory.gr/lexiko/επιστρατευω/