επισμαλτώνω
ρ. [μετβ.]
βερνικώνω, συνών. εφυαλώνω.
Ετυμολογία
< επι- + σμάλτ(ο) + -ώνω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επισμαλτώνω», σ. 296. https://navalhistory.gr/lexiko/επισμαλτωνω/