επισκέπτης
ο, επισκέπτρια, η, ουσ.
- πρόσωπο που πηγαίνει σε φιλικό σπίτι, στο πλαίσιο των αμοιβαίων κοινωνικών σχέσεων
- πρόσωπο που επισκέπτεται συγκεκριμένο χώρο, διοργάνωση, εκδήλωση κ.λπ.
- (φρ.) «επισκέπτης καθηγητής», ο πανεπιστημιακός δάσκαλος που περιστασιακά διδάσκει σε κάποιο πανεπιστήμιο για συγκεκριμένη περίοδο, «ιατρικός επισκέπτης», υπάλληλος φαρμακευτικής εταιρείας, που επισκέπτεται φαρμακοποιούς, γιατρούς κ.λπ. για να τους ενημερώσει και να προωθήσει τα προϊόντα της εταιρείας του
- (μτφ.) πρόσωπο που βρίσκει και περιηγείται έναν διαδικτυακό τόπο.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐπισκέπτης [= εξεταστής], σημδ. από τη γαλλ. visiteur.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επισκέπτης», σ. 295. https://navalhistory.gr/lexiko/επισκεπτησ/