navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › επίσημος

επίσημος

-η, -ο, επίθ.

  1. αυτός που προέρχεται από κάποια δημόσια - κυβερνητική – κρατική αρχή
  2. αξιόλογος, αξιοσημείωτος, επιφανής, διακεκριμένος, αξιομνημόνευτος
  3. εορταστικός
  4. (φρ.) «επίσημη κλίμακα πλοίου», «επίσημο ημερολόγιο πλοίου»,
  5. (ως ουσ.) οι επίσημοι, αυτοί που κατέχουν ανώτατα δημόσια αξιώματα.

Ετυμολογία

< αρχ. ἐπίσημος [= με σημάδι γνησιότητας].

Επιρρήματα

επίσημα και επισήμως [επίρρ.].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επίσημος», σ. 295. https://navalhistory.gr/lexiko/επισημοσ/