επίσημος
-η, -ο, επίθ.
- αυτός που προέρχεται από κάποια δημόσια - κυβερνητική – κρατική αρχή
- αξιόλογος, αξιοσημείωτος, επιφανής, διακεκριμένος, αξιομνημόνευτος
- εορταστικός
- (φρ.) «επίσημη κλίμακα πλοίου», «επίσημο ημερολόγιο πλοίου»,
- (ως ουσ.) οι επίσημοι, αυτοί που κατέχουν ανώτατα δημόσια αξιώματα.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐπίσημος [= με σημάδι γνησιότητας].
Επιρρήματα
επίσημα και επισήμως [επίρρ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επίσημος», σ. 295. https://navalhistory.gr/lexiko/επισημοσ/