επίπλασμα
το, ουσ.
- το έμπλαστρο
- εύπλαστη ουσία κατάλληλη για το γέμισμα οπών, σχισμάδων κ.λπ., π.χ. ο στόκος.
Ετυμολογία
< επιπλάσσω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επίπλασμα», σ. 294. https://navalhistory.gr/lexiko/επιπλασμα/