navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › επίπλασμα

επίπλασμα

το, ουσ.

  1. το έμπλαστρο
  2. εύπλαστη ουσία κατάλληλη για το γέμισμα οπών, σχισμάδων κ.λπ., π.χ. ο στόκος.

Ετυμολογία

< επιπλάσσω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επίπλασμα», σ. 294. https://navalhistory.gr/lexiko/επιπλασμα/