επιδρομέας
ο, ουσ.
αυτός που εισβάλλει σε ξένη χώρα με σκοπό την κατάκτηση ή τη λεηλασία της, εισβολέας.
Ετυμολογία
< μτγν. ἐπιδρομεύς.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επιδρομέας», σ. 288. https://navalhistory.gr/lexiko/επιδρομεασ/