navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › επιδιορθώνω

επιδιορθώνω

ρ. [μετβ.]

διορθώνω κάτι που έπαθε ζημιά, το επαναφέρω στην αρχική του κατάσταση, επισκευάζω, μερεμετίζω.

Ετυμολογία

< μτγν. ἐπιδιορθ(ῶ) + -ώνω.

Παράγωγα

επιδιόρθωση, επιδιορθωτής, επιδιόρθωμα, επιδιορθωτικός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επιδιορθώνω», σ. 288. https://navalhistory.gr/lexiko/επιδιορθωνω/